Το δεύτερο εξάμηνο του 2012 θα αποτελέσει ορόσημο στη ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το σύνολο της κρατικής μηχανής του νησιού θα κληθεί να επιτελέσει τη δυσκολότερη αποστολή που θα του έχει ποτέ ανατεθεί, με τη διοργάνωση, προεδρία και συντονισμό 3000 συναντήσεων με τους κοινοτικούς και όχι μόνο εταίρους.
Δικαίως το επερχόμενο αυτό γεγονός απασχολεί εδώ και καιρό το σύνολο της πολιτικής ηγεσίας, της κοινωνίας των πολιτών και της δημοσιογραφικής κοινότητας του τόπου, ενώ οι προεργασίες από την πλευρά της γραμματείας της “Κυπριακής Προεδρίας ΕΕ 2012” βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Ο συντονισμός και η προώθηση των υφιστάμενων πολιτικών της ΕΕ καθώς και οι τυχόν νέες προτεραιότητες που θα θέσει η ίδια η Κυπριακή Προεδρία διαμορφώνουν το πλαίσιο δραστηριότητάς της σε ενάμιση χρόνο από σήμερα. Σχετικές αναλύσεις και απόψεις έχουν ήδη διατυπωθεί και όσο ο καιρός πλησιάζει θα πολλαπλασιάζονται.
Λίγα όμως έχουν γραφτεί στην Κύπρο για το ευρύτερο, παγκόσμιο σκηνικό, εντός του οποίου θα κληθεί η χώρα να ασκήσει το ύψιστο αυτό καθήκον. Και αυτό αξίζει πράγματι να αναλυθεί διότι η ανάληψη της Προεδρίας της ΕΕ από τη Λευκωσία θα συμπέσει με ένα πρωτόγνωρο στα παγκόσμια χρονικά γεγονός: Σύμφωνα με εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, την περίοδο εκείνη το προστιθέμενο Ακαθάριστο Εθνικό Προιόν των αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομιών θα ξεπεράσει για πρώτη φορά αυτό των αναπτυγμένων.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συγκυριακή. Αντιθέτως αποτελεί μία εκ των πολλών ενδείξεων ότι ο παγκόσμιος οικονομικοπολιτικός χάρτης αλλάζει και μάλιστα ραγδαία. Αυτό οφείλεται κυρίως στον δυναμισμό των αναδυόμενων οικονομιών της Βραζιλίας, της Ρωσίας, της Ινδίας και της Κίνας (οι επονομαζόμενες “BRICs”) σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο πληθυσμό τους.
Η παραδοσιακή τριάδα των κυρίαρχων οικονομικά ΗΠΑ, ΕΕ και Ιαπωνίας χάνει έδαφος έναντι των αναδυόμενων οικονομιών και οι αριθμοί δείχνουν ότι η τάση αυτή θα είναι διαρκής. Οι BRICs αντιπροσωπεύουν σήμερα το 25% της παγκοσμιας οικονομίας, το 42% του παγκοσμίου πληθυσμού και το 26% του εδάφους του πλανήτη.
Μια ενδιαφέρουσα μελέτη της Δεξαμενής Σκέψης “Notre Europe” που εδρεύει στο Παρίσι αναλύει περαιτέρω τα σχετικά δεδομένα, ενδοσκοπώντας στις ασιατικές χώρες: Το 2025, τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ δεν θα παράγουν παραπάνω από το 40% του Παγκοσμίου ΑΕΠ από το 55% που παράγουν σήμερα. Το αντίστοιχο ποσοστό των χωρών της Ανατολικής Ασίας από το σημερινό 24% θα εκτοξευθεί στο 38% την ίδια χρονιά.
Στο δημογραφικό πεδίο, η αλλαγή αναμένεται να είναι εντυπωσιακότερη: Σε 15 χρόνια από σήμερα, ένας στους δύο κατοίκους του πλανήτη θα είναι Ασιάτης, ενώ την ίδια περίοδο οι ΗΠΑ και η ΕΕ δεν θα αντιπροσωπεύουν παραπάνω από το 9% του Παγκοσμίου Πληθυσμού.
Τα παραπάνω δείχνουν ότι το Κέντρο Βάρους του Πλανήτη σταδιακά μετατοπίζεται από τη Δύση στην Ανατολή. Το παγκόσμιο επίκεντρο ειρήνης και ασφάλειας από το Βόρειο Ατλαντικό που βρισκόταν από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μετακινείται τώρα κάπου στον Ινδικό Ωκεανό και το βεληνεκές του αγγίζει τη Σομαλία, το Σουδάν, τη Μέση Ανατολή, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, την Ινδία και την Νοτιοανατολική Ασία.
H ανάδυση ενός πολυπολικού Διεθνούς Συστήματος βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και διαρκή αναδιαμόρφωση. Και η αδιαμφισβήτη «αμερικανική ηγεμονία», όπως προέκυψε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, διαψεύδοντας σχεδόν τους πάντες, φαίνεται ότι διήρκησε μόλις μία «στιγμή» της παγκόσμιας ιστορίας (“unilateral moment”).
Οι αναδυόμενες δυνάμεις και ειδικότερα η Κίνα και η Ινδία είναι πλέον όσο σημαντικές όσο και οι παραδοσιακές αναπτυγμένες χώρες της Δύσης για την επίτευξη της παγκόσμιας πολιτικής, οικονομικής και οικολογικής σταθερότητας. Απαιτούν -και σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένα – μεγαλύτερη συμμετοχή και αναβαθμισμένο ρόλο σε Διεθνείς Οργανισμούς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Όμως ο πολυπολικός κόσμος που διαμορφώνεται και που τόσο επιζητούνταν από την πλευρά της ΕΕ δεν αποτελεί από μόνος του πανάκεια. Τα πολλά κέντρα ισχύος στον πλανήτη δεν συνεπάγοναι αυτόματη σταθερότητα και διαρκή ειρήνη καθότι ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέες ισορροπίες τρόμου ή ακόμα και συρράξεις, αν δεν γίνουν σεβαστές οι αρχές της συλλογικότητας, της συνεργασίας και της ομοφωνίας.
Τα παραπάνω είναι όσο ποτέ απαραίτητα, δεδομένου ότι εξίσου ποτέ τα κράτη της υφηλίου δεν ήταν τόσο αλληλεξάρτητα. Και η αλληλεξάρτηση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στον οικονομικό τομέα, αλλά επεκτείνεται σε μία σειρά ζητημάτων που έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο και απαιτούν ευρεία συνεργασία και αντιμετώπιση: η κλιματική αλλαγή, η διεθνής οικονομική κρίση, οι πανδημίες, η διασπορά πυρηνικών όπλων, η τρομοκρατία και η πειρατεία σε διεθνή ύδατα, η Ειρηνευτική Διαδικασία στη Μέση Ανατολή, η ομαλοποίηση της κατάστασης στο Αφγανιστάν και η σταθερότητα στην Κορεατική Χερσόνησο αποτελούν μόνο μερικά από τα πολλά παραδείγματα που μπορούν εν προκειμένω να αναφερθούν.
Πρόκληση και παράλληλα ζητούμενο για την ΕΕ , υπό το φως των ανωτέρω, είναι η διαδραμάτιση ενός πρωταγωνιστικού ρόλου στο, κυριολεκτικά, νέο διεθνές περιβάλλον που πόρρω πρέπει να απέχει από την περιθωριοποίησή της στην Παγκόσμια Διάσκεψη της Κοπεγχάγης για την Κλιματική Αλλαγή.
Εν προκειμένω, ο ξεκάθαρος καθορισμός των στρατηγικών συμφερόντων και προτεραιοτήτων της ΕΕ είναι εκ των ων ουκ άνευ. Και προς προώθηση των τελευταίων είναι φυσιολογικό να υπάρχουν αυξημένες προσδοκίες από τον ενισχυμένο ρόλο του Ύπατου Εκπροσώπου της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας και τη νέα Διπλωματική Υπηρεσία της ΕΕ, όπως προβλέπονται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας. Εξάλλου, η σύναψη Στρατηγικών Εταιρικών Σχέσεων (“Strategic Partnerships”) με τις αναδυόμενες δυνάμεις του πλανήτη (αλλά και τους παραδοσιακούς της Συμμάχους) κινείται στην ίδια, σωστή κατεύθυνση της αναβάθμισης της αποτελεσματικότητας της ΕΕ στις εξωτερικές της σχέσεις.
Εν κατακλείδι, το παγκοσμιοποιημένο και αλληλεξάρτητο Διεθνές Περιβάλλον επιβάλλει διπλή ανάγνωση του αντικτύπου που η εκάστοτε πολιτική της ΕΕ δύναται να έχει πέρα από τα σύνορά της. Αντιστρόφως, βέβαια, πρέπει να εξετάζονται οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες των παραδοσιακών και νέων εταίρων της ΕΕ. Και εδώ προκύπτει η σημασία που έχει η ευρεία αντίληψη των παγκοσμιων εξελίξεων για την Κυπριακή Προεδρία. Η τελευταία δεν πρόκειται να αντικαταστήσει την Βαρώνη Άστον και τη Διπλωματική Υπηρεσία της ΕΕ στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης. Η ολοκληρωμένη κατανόηση των νέων παγκόσμιων συσχετισμών όμως θα συνδράμει ποικιλοτρόπως στην επιτυχημένη εκπλήρωση των επερχόμενων καθηκόντων της.
Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού “Ρεύμα“.